
Της Σοφίας Εμμανουήλ ([email protected])
Με ζητούμενο την ομαλή και δίκαιη μετάβαση αναπτύσσεται debate για την αξία των μονάδων αερίου, με νέα μελέτη του The Green Tank να αμφισβητεί την χρησιμότητα της προσθήκης δύο νέων μονάδων αερίου στον υφιστάμενο στόλο, σύμφωνα με το υπό αναθεώρηση Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) την ώρα που η Ελλάδα έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για επιτάχυνση των ΑΠΕ και ανάπτυξη νέων υποδομών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
H διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΕΣΦΑ, Μαρία Ρίτα Γκάλι, έχει αναφερθεί κατ’ επανάληψη στα οφέλη που συνεπάγεται η διείσδυση του φυσικού αερίου σε μεταφορές και ναυτιλία συνεισφέροντας στη μείωση των εκπομπών CO2 έχοντας κατά νου και το υδρογόνο, το οποίο μπορεί να μην αποτελεί μια ώριμη τεχνολογία σήμερα, ωστόσο αυτό πιθανόν θα αλλάξει στο μέλλον. Επιπλέον, δυνητική ταχύτερη εξάλειψη του φυσικού αερίου από το ενεργειακό μίγμα, εκτός της ανησυχίας που προκαλεί στους επενδυτές, θα επιφέρει αύξηση στις ταρίφες στον βαθμό που ο Διαχειριστής θα πρέπει να ανακτήσει τα κόστη των επενδύσεων σε μικρότερο χρονικό διάστημα και σε συνθήκες μειούμενων ποσοτήτων προοδευτικά.
Εντωμεταξύ, το υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ προβλέπει την προσθήκη δύο νέων μονάδων αερίου στον υφιστάμενο στόλο ανεβάζοντας τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ από 6.037 GW που είναι σήμερα στα 7.885 GW. Μελέτη του Green Tank αναφέρει ότι πρέπει να επανεξεταστεί η μέγιστη ισχύς μονάδων αερίου που σχεδιάζεται για το 2030 δεδομένου ότι τον τελευταίο 1,5 χρόνο, η κάλυψη των εγχώριων αναγκών δεν απαίτησε παραπάνω ισχύ θερμικών μονάδων από αυτή που μπορούν να προσφέρουν οι διαθέσιμες σήμερα μονάδες αερίου (6 GW).
Οι αναλυτές σημειώνουν επίσης ότι η αύξηση των μονάδων αερίου στη δεδομένη συγκυρία που η χώρα θέλει να επιταχύνει τις ΑΠΕ προκαλεί ερωτήματα για την οικονομική βιωσιμότητα των μονάδων αερίου που είναι πιθανό να εξαρτηθεί από επιδοτήσεις όπως οι μηχανισμοί διασφάλισης επάρκειας ισχύος, ανεβάζοντας το κόστος για τους καταναλωτές.
Ελλείψει επικαιροποιημένης μελέτης επάρκειας ισχύος, το Green Tank, στην ανάλυση με τίτλο «Πόση ισχύ μονάδων αερίου έχει ανάγκη η χώρα;», αξιοποίησε τα ωριαία δεδομένα του entso-e και υπολόγισε τη συνολική θερμική ισχύ από μονάδες αερίου και λιγνίτη που ήταν απαραίτητη για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια από το 2019 έως και το πρώτο εξάμηνο του 2024. Από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει μεταξύ άλλων ότι η μέγιστη ισχύς θερμικών μονάδων που απαιτείται για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών μειώνεται διαρκώς (-27.6% σε σχέση με το 2019) και το α’ εξάμηνο του 2024 περιορίστηκε στα 5.1 GW, σχεδόν 2.8 GW χαμηλότερη από την ισχύ μονάδων αερίου που σχεδιάζεται να λειτουργεί το 2030 σύμφωνα με το ΕΣΕΚ.
Αυξάνονται διαρκώς οι ώρες του χρόνου που η χώρα βασίζεται στις ΑΠΕ, για 43, 105 και 119 ώρες το 2022, το 2023 και το α’ εξάμηνο του 2024 αντίστοιχα, οι καθαρές εξαγωγές ξεπέρασαν την παραγωγή από θερμικές μονάδες και επομένως οι εγχώριες ανάγκες θα μπορούσαν να καλυφθούν σχεδόν εξ ολοκλήρου από ΑΠΕ.
Δεδομένης της περαιτέρω ανάπτυξης των ΑΠΕ και νέων υποδομών αποθήκευσης, αναμένεται ότι η μέγιστη απαιτούμενη ισχύς θερμικών μονάδων για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών θα συνεχίσει την πτωτική της πορεία, σύμφωνα με τον Νίκο Μάντζαρη, αναλυτή ενεργειακής πολιτικής και συνιδρυτής του Green Tank, που συμπεραίνει ότι είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η τιμή της συνολικής ισχύος μονάδων αερίου των 7.885 GW που αποτυπώνεται στο υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ για το 2030, καθώς και η πιθανή απόσυρση υφιστάμενων μονάδων αερίου.
Δημοφιλή
ΕΛΠΕ: 8 εκατ. ευρώ για την στήριξη του ΕΣΥ
To Κοινωνικό Πλυντήριο SKIP δίπλα στους πλημμυροπαθείς
Η Kaizen Gaming στο πλευρό της Emfasis Foundation
1η Εθελοντική Αιμοδοσία στην Data Communication
Κατηγορίες

ΣΟΦΙΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
Συντάκτης στο Ethica.gr





