
Της Σοφίας Εμμανουήλ ([email protected])
Η απώλεια τροφίμων, πριν δηλαδή φτάσει το προϊόν στον καταναλωτή -ως αποτέλεσμα προβλημάτων στις φάσεις παραγωγής, αποθήκευσης, επεξεργασίας και διανομής- ανάγεται σε μείζον πρόβλημα και προστίθεται στο πρόβλημα που δημιουργεί η απόρριψη τροφίμων.
Σε μια εποχή που η κλιματική κρίση και οι διαταραχές στο παγκόσμιο σύστημα τροφίμων βαθαίνουν την παγκόσμια επισιτιστική κρίση η απώλεια τροφίμων θα πρέπει να προσεγγίζεται ως κοινωνική και περιβαλλοντική προτεραιότητα τόσο από τη βιομηχανία τροφίμων και το λιανεμπόριο όσο και από τους καταναλωτές.
Η σπατάλη τροφίμων παγκοσμίως είναι ένα θέμα που ξεκινά από την γεωργική παραγωγή και συνεχίζεται μέχρι τη χωματερή. Πάνω από 30% των τροφίμων χάνεται ή σπαταλάται κάθε χρόνο την ώρα που πάνω από 345 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γη ζουν σε καθεστώς επισιτιστικής ανασφάλειας. Πρόκειται για αριθμό υπερδιπλάσιο του 2020.
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες προσπάθειες μεγάλης κλίμακας για την κατανόηση και την αντιμετώπιση του προβλήματος έχουν επικεντρωθεί στη σπατάλη τροφίμων, κυρίως επειδή είναι πιο ορατή. Οι άνθρωποι βλέπουν να σπαταλούνται τρόφιμα σε καταστήματα, εστιατόρια και νοικοκυριά αλλά σχεδόν το μισό της τροφής που παράγεται και δεν καταναλώνεται από τους ανθρώπους χάνεται στο αγρόκτημα κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη συγκομιδή.
Οι μεγάλες αλυσίδες και ευρλύτερα οι επιχειρήσεις του λιανεμπορίου θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξεύρεση λύσεων στην παγκόσμια επισιτιστική κρίση μειώνοντας την απώλεια τροφής κατά το ήμισυ. Εξάλλου, η απώλεια τροφίμων έχει κόστος, συχνά ίσο ή μεγαλύτερο από το καθαρό κέρδος των λιανεμπόρων. Η βιομηχανία και το εμπόριο τροφίμων επειδή βρίσκονται στο επίκεντρο της αλυσίδας αξίας των τροφίμων, μπορούν να ηγηθούν των παγκόσμιων προσπαθειών για μείωση της απώλειας τροφίμων. Έρευνα της McKinsey έδειξε ότι δουλεύοντας σε συνεργασία μεταξύ τους και με τους άλλους συμμετέχοντες στην αλυσίδα αξίας, θα μπορούσαν να μειώσουν την απώλεια τροφίμων κατά 50% έως 70%. Δηλαδή, τα δύο τρίτα των τροφίμων που διαφορετικά θα χάνονταν θα μπορούσαν να ανακατευθυνθούν στην κατανάλωση. Το υπόλοιπο ένα τρίτο θα μπορούσε να πηγαίνει σε εναλλακτικές χρήσεις, όπως οι ζωοτροφές.
Τα επιχειρηματικά οφέλη εντοπίζονται στις ταμειακές ροές και στη βελτίωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, καθώς οι αλυσίδες λιανεμπορίου θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος πωληθέντων αγαθών κατά 3% έως 6%, οι παραγωγοί κατά 5% έως 10% μειώνοντας τις εκπομπές CO2 και το σχετικό κόστος κατά 4% έως 9%.
Για να πραγματοποιηθούν σημαντικές αλλαγές, όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να συνεργαστούν, σύμφωνα με τους αναλυτές της McKinsey, που τονίζουν ότι αξίζει τον κόπο η προσπάθεια και η επένδυση.
Ειδικά στην Ευρώπη, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ περίπου 87,6 εκατ. τόνοι τροφίμων χάνονται και σπαταλώνται κάθε χρόνο, δηλαδή γύρω στα 173 κιλά ανά άτομο ενώ πάνω από το μισό προέρχεται από τα νοικοκυριά, και πολύ λιγότερο από τη μεταποίηση (περίπου 19 %), τις υπηρεσίες τροφίμων (περίπου 12 %), την πρωτογενή παραγωγή (περίπου 11 %) και τον τομέα χονδρικής και λιανικής (περίπου 5 %). Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία περιλαμβάνει στόχους για την απώλεια και τη σπατάλη τροφίμων στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία, της στρατηγικής “από το αγρόκτημα στο πιάτο” και της στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα.
Στην Ελλάδα πετάμε κάθε χρόνο συνολικά 2.048.000 τόνους τροφίμων ενώ σημαντικές ποσότητες τροφίμων χάνονται επιφέροντας ζημιά για παραγωγούς και χονδρεμπόρους.
Παγκοσμίως οι ζημιές είναι μεγάλες για το περιβάλλον, με περισσότερους από δύο δισεκατομμύρια τόνους τροφίμων να χάνονται κάθε χρόνο.
Δημοφιλή
ΕΛΠΕ: 8 εκατ. ευρώ για την στήριξη του ΕΣΥ
To Κοινωνικό Πλυντήριο SKIP δίπλα στους πλημμυροπαθείς
Η Kaizen Gaming στο πλευρό της Emfasis Foundation
1η Εθελοντική Αιμοδοσία στην Data Communication
Κατηγορίες

ΣΟΦΙΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
Συντάκτης στο Ethica.gr





